σεληνογραφία

η, Ν
1. αστρον. περιγραφή τών χαρακτηριστικών τής επιφάνειας τής Σελήνης κατά το υπόδειγμα τής γεωγραφίας
2. χάρτης τής Σελήνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. selenography (< Σελήνη + -γραφία*). Η λ. μαρτυρείται από το 1799 στον Άνθ. Γαζή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνογραφικός — ή, ό, Ν 1. αστρον. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σεληνογραφία 2. φρ. α) «σεληνογραφικές συντεταγμένες» αστρον. σύστημα σφαιρικών συντεταγμένων, χρησιμοποιούμενων στη σεληνογραφία, κατά το οποίο ο ισημερινός τής Σελήνης αποτελεί τον βασικό… …   Dictionary of Greek

  • σεληνογράφος — ο, η, Ν επιστήμονας που ασχολείται με την σεληνογραφία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. selenographer (< selenography, βλ. λ. σεληνογραφία)] …   Dictionary of Greek

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

  • Εβέλιους, Γιοχάνες — (Johannes Hevelius, 1611 – 1687). Πολωνός αστρονόμος. Ασχολήθηκε με τη μελέτη της μηχανικής και της αστρονομίας. Το 1641 ίδρυσε ατομικό αστεροσκοπείο το οποίο ονόμασε Στελεμπούργκουμ (Stelaeburgum). Είχε κατασκευάσει μόνος του τα οπτικά όργανα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.